ασχαλώ

ασχάλλω.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀσχαλῶ — ἀσχάλλω to be distressed fut ind act 1st sg (attic epic doric aeolic) ἀ̱σχαλῶ , ἀσχαλάω to be distressed imperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀσχαλάω to be distressed pres imperat mp 2nd sg ἀσχαλάω to be distressed pres subj act 1st sg (attic epic …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασχάλλω — ἀσχάλλω και ἀσχαλῶ ( άω) (Α)·1. στενοχωριέμαι, δυσανασχετώ, αδημονώ 2. θρηνώ για κάτι 3. διστάζω, είμαι επιφυλακτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. το ρ. ασχάλλω προέρχεται από *άσχαλος (< α στερ. + θ. αορ. σχ ειν του ρ. έχω + κατάλ. αλος*) «αυτός που δεν… …   Dictionary of Greek

  • σχαλίδα — η / σχαλίς, ίδος, ΝΑ νεοελλ. είδος μονοσκελούς σκάλας η οποία αντί για σκαλοπάτια έχει μικρούς πασσάλους αρχ. διχαλωτό επίμηκες τεμάχιο ξύλου που χρησιμοποιούσαν ως υποστήριγμα για τα δίχτια. [ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος, αβέβαιης ετυμολ., ο οποίος… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.